Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Η Ανάσα




Η ΑΝΑΣΑ
Της Αντιγόνης Πόμμερ


«Φίλοι και φίλες της συχνότητας, για άλλη μια βραδιά ο αγαπημένος σταθμός της πόλης, UFO, σας κρατά συντροφιά με τραγούδια αλλά και ειδήσεις από όλο τον κόσμο».
«Ανήσυχοι παρακολουθούμε τις νυχτερινές επισκέψεις αγνώστου ιπτάμενου αντικειμένου πάνω από την πόλη μας. Οι κάτοικοι πανικόβλητοι ζητούν την βοήθεια και την προστασία της αστυνομίας. Το αρμόδιο τμήμα αρνείται να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία. Σε ανακοίνωσή του, ζητά από τους κατοίκους να μην κυκλοφορούν στους δρόμους και να παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους μέχρι να εξακριβωθεί  η ταυτότητα του αντικειμένου. Άλλωστε φίλοι μου, η βροχή που συνεχίζει για έβδομη μέρα δεν προσφέρεται για βόλτα».
«Εμείς θα είμαστε κοντά σας, και θα σας κρατάμε συντροφιά αυτές τις μοναχικές νύχτες».
Η Μόνικα χαμήλωσε το ραδιόφωνο και τυλίχτηκε με την υγρή φανελένια κουβέρτα της. Το κρύο ήταν τσουχτερό και η υγρασία της τρυπούσε τα κόκκαλα. Κοίταξε τον Στέφανο που στεκόταν απέναντί της αμίλητος.
«Παραμύθι, τα ιπτάμενα αντικείμενα» της είπε. «Προσπαθούν να μας κλείσουν στα σπίτια μας. Μας φοβούνται. Μας τρομοκρατούν για να μην αντιδράσουμε στα νέα μέτρα λιτότητας που πρόκειται να μας επιβάλλουν».
Η Μόνικα κούνησε το κεφάλι της συγκαταβατικά χωρίς να πει κουβέντα. Εδώ και μέρες είχε ένα περίεργο προαίσθημα. Ξυπνούσε τις νύχτες ιδρωμένη παρά το γεγονός ότι η θερμοκρασία στο δωμάτιο άγγιζε το μηδέν. Ένιωθε μια περίεργη ζεστασιά στο σώμα της και μερικές φορές μια ανάσα να της χαϊδεύει το λαιμό. Τότε σηκωνόταν από το κρεβάτι και αμέσως πάγωνε από το κρύο. Ο φόβος την οδηγούσε να ξαπλώσει δίπλα στο Στέφανο και να προσπαθήσει να κλέψει λίγη από τη δική του ζεστασιά.
«Μείνετε συντονισμένοι στο σταθμό μας για να μάθετε πρώτοι τα νεότερα για το ιπτάμενο αντικείμενο που μας έχει επισκεφθεί. Και μην ξεχνάτε, ότι η κυκλοφορία στους δρόμους είναι απαγορευμένη από την αστυνομία. Ακούστε μαζί μας το τραγουδάκι που ακολουθεί. Είναι μια υπέροχη μελωδία που θα σας χαλαρώσει….»
«Τι πάει να πει απαγορεύτηκε από την αστυνομία; Πες μου Μόνικα τι σημαίνει αυτό; Λοιπόν εγώ θα βγω» φώναξε ο Στέφανος και άνοιξε την πόρτα του μικρού διαμερίσματος και βγήκε τρέχοντας.
«Μη φύγεις, φοβάμαι» πρόφτασε να πει η Μόνικα αλλά ήταν ήδη αργά.
Δέκα… Τώρα θα δείτε. Εννέα… Που θα μου πείτε… οκτώ… Εσείς πότε θα κυκλοφορώ. Επτά… Αρκετά σας ανεχτήκαμε. Έξη… Κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή. Πέντε… Και θα είμαι εγώ αυτός. Tέσσερα… ετοιμαστείτε να με αντιμετωπίσετε. Τρία… Σας βαρέθηκα όλους. Δύο… Είμαστε τρεις μήνες κλεισμένοι στα σπίτια. Ένα…Για ιπτάμενα αντικείμενα που μόνο εσείς βλέπετε. Ισόγειο. Βγαίνω.
Στο πρώτο βήμα έξω από το κτίριο, μια αστραπή έλαμψε πάνω του. Έγινε καπνός και μετά σκόνη.
Η Μόνικα έμεινε τυλιγμένη στην κουβέρτα της κοιτώντας από το παράθυρο. Ίσως να είχε δίκιο ο Στέφανος. Τους είχαν αποκλείσει. Δεν ήθελαν φασαρίες. Μόνο με την τρομοκρατία θα μπορούσαν να τους ελέγξουν. Η ώρα πέρασε και ο Στέφανος δεν γύρισε. Η Μόνικα κούρνιαξε σε μια γωνιά του κρεβατιού με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο.
«Έκτακτη ανακοίνωση. Η κυκλοφορία στους δρόμους απαγορεύεται. Περίεργες λάμψεις αποτεφρώνουν όσους αποπειρώνται να βγουν. Φίλοι μου, η λύση είναι μία. Μείνετε σπίτι σας και για συντροφιά θα έχετε τη μουσική του σταθμού μας».
Ένα δυνατό φως φώτισε το δωμάτιό της Μόνικας και έκλεισε τα μάτια της για λίγα δευτερόλεπτα. Αρκετά για να ονειρευτεί. Ένα περίεργο πλάσμα την πλησίασε. Η ανάσα του ήταν γνώριμη. Ήταν αυτή που τη συντρόφευε τις προηγούμενες νύχτες. Όταν έφτασε κοντά της, σιγουρεύτηκε. Είχε αυτή τη ζεστασιά που της γαργαλούσε το λαιμό και την ανατρίχιαζε. Άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε. Ήταν παγωμένο, ψυχρό. Σα να την άγγιξε σίδερο.
«Ετοιμάσου» της ψιθύρισε στο αφτί σε μια περίεργη γλώσσα που όμως την καταλάβαινε.
Η Μόνικα άνοιξε τα μάτια της αλλά δεν ήταν κανείς εκεί. Κοίταξε το ρολόι που χτυπούσε ρυθμικά στον τοίχο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Κι όμως είχε την αίσθηση ότι δεν είχε περάσει πολύ ώρα από τη στιγμή που έφυγε ο Στέφανος. Ένιωσε τον φόβο να της τρυπάει το στομάχι. Δεν είχε άλλο στον κόσμο εκτός από τον αδελφό της. Οπλίστηκε με υπομονή και με μια βαθιά ανάσα προσπάθησε να δώσει κουράγιο στον εαυτό της. Η νύχτα πέρασε και ακολούθησαν και άλλες νύχτες περιμένοντας τον Στέφανο.
«Αγαπημένοι μου φίλοι, μείνετε συντονισμένοι στη συχνότητά μας. Επίσης μείνετε κλεισμένοι στα σπίτια σας. Η ιπτάμενη απειλή βρίσκεται πάνω από την πόλη μας».
Η Μόνικα άφησε το ραδιόφωνο να παίζει. Ήταν η μόνη της συντροφιά. Η μόνη της επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
 Τα τρόφιμα κόντευαν να τελειώσουν. Προσπαθούσε να τρώει όσο πιο λίγο γινόταν. Να της φτάσουν μέχρι να τελειώσει ο αποκλεισμός. Έκλεινε τα μάτια της και προσευχόταν. Σε ένα θεό που η ίδια δεν γνώριζε, σε έναν άγνωστο που ήθελε να της δίνει ελπίδα. Ήταν οπλισμένη με μεγάλη υπομονή. Ήταν δασκάλα σε ένα σχολείο με αυτιστικά παιδιά. Πριν αποκλειστούν στα σπίτια τους. Πριν αρχίσει αυτή η καταραμένη βροχή που δεν ήθελε να σταματήσει.
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς και το μοναδικό στολίδι ήταν το φεγγάρι κι αυτό κρυμμένο πίσω από πηχτά σύννεφα. Δυνάμωσε το ραδιόφωνο για να ξεχάσει τη μοναξιά της.
«Καλή πρωτοχρονιά» ακούστηκε από το ηχείο.
Η Μόνικα χαμογέλασε πικρά. Η πείνα είχε αρχίσει να την εξαντλεί. Με δυσκολία περπατούσε. Κάθισε στη μοναδική πολυθρόνα του σπιτιού της, μπροστά από το παράθυρο και άφησε το βλέμμα της να προσπαθεί να εξερευνήσει το σκοτάδι. Κάθε λίγο και λιγάκι έβλεπε στο έδαφος μια λάμψη και μετά πάλι σκοτάδι. Φοβόταν πολύ και αυτές οι φήμες για αποτέφρωση γυρνούσαν συνέχεια στο μυαλό της. Μήπως τελικά ήταν αλήθεια; Εκείνο το βράδυ κουλουριάστηκε πάνω στην πολυθρόνα της και αποκοιμήθηκε. Η ανάσα ήρθε λαχανιασμένη δίπλα της. Την μύριζε σαν σκύλος. Την άκουγε καθαρά. Αντηχούσε σε όλο το σπίτι. Πετάχτηκε όρθια και άνοιξε τα μάτια της διάπλατα.
Δυο περίεργα μάτια την κοιτούσαν. Τα διέκρινε καθαρά μέσα στο σκοτάδι. Έλαμπαν σαν να ήταν από φώσφορο. Πισωπάτησε. Μια πνιγμένη «βοήθεια» βγήκε από το στόμα της. Έκλεισε τα μάτια της και όταν τα άνοιξε ήταν μόνη. Τρομαγμένη κάθισε πάλι στην πολυθρόνα της. Το μυαλό της είχε αρχίσει να παίζει επικίνδυνα παιχνίδια. Τρελαινόταν.
«Καλή πρωτοχρονιά» άκουσε πάλι από το ηχείο και μια μουσική πλημύρισε το δωμάτιο. Μια περίεργη μουσική που δεν είχε ξανακούσει. Μια μελωδία που χόρεψε μέσα στο σώμα της. Έμοιαζε με ύμνο. Σαν τον ύμνο που τους μάθαινε η γιαγιά της όταν ήταν παιδί. Χρόνια είχε να τον ακούσει. Κανείς δεν έψελνε πια. Κανείς δεν πήγαινε στις εκκλησίες. Δεν υπήρχαν εκκλησίες.
Το φως που είχε φωτίσει πριν από μέρες το δωμάτιό της έκανε πάλι την εμφάνισή του. έκανε ένα κύκλο σαν προβολέας και μετά έσβησε για λίγο. Όταν άνοιξε πάλι φώτιζε την Μόνικα από πάνω δημιουργώντας ένα κυκλάκι γύρω από τα πόδια της. Ένιωσε για λίγο να αιωρείται, να ανυψώνεται και μαζί μια ψυχική ευφορία που την γέμιζε δύναμη.
«Είσαι η εκλεκτή» της ψιθύρισε μια φωνή σε μια γλώσσα δύσκολη.
Όταν έσβησε το φως βρέθηκε στην πολυθρόνα της τυλιγμένη με την νοτισμένη κουβέρτα της.
«Καλημέρα, ευχόμαστε από το σταθμό μας να έχουμε μια καλή χρονιά». Χαρούμενη μουσική γέμισε το δωμάτιο της Μόνικας. Ένιωθε περίεργα, μια αδικαιολόγητη καλή διάθεση. Σκέφτηκε τον Στέφανο. Ίσως να επέστρεφε. Σαν να της φάνηκε ότι άκουσε την πετούγια στην πόρτα της να γυρνάει. Έτρεξε στην είσοδο. Δεν ήταν κανείς. Ίσως να είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά της. Κι όμως μέσα της ένιωθε μια περίεργη δύναμη. Μια λαχτάρα να ζήσει. Μια άρρωστη αισιοδοξία. Η χαρούμενη μουσική στο ραδιόφωνο σταμάτησε.
«Αγαπημένοι μου φίλοι, δυστυχώς η πρωτοχρονιά αυτή δεν θα είναι χαρούμενη. Χιλιάδες τηλεφωνήματα μας ενημέρωναν όλη τη νύχτα για την εξαφάνιση ανθρώπων και ζώων που βρέθηκαν έξω από τα σπίτια τους. Κινδυνεύετε όπως κι εμείς. Αυτή η εκπομπή ίσως να είναι η τελευτ….».
Η φωνή του εκφωνητή έσβησε. Μια αστραπή φώτισε τον συννεφιασμένο ουρανό και μια νεροποντή ξέσπασε. Η Μόνικα έμεινε ασάλευτη. Τα λόγια του αδελφού της ήρθαν στα αφτιά της. «Θέλουν να μας κλείσουν στα σπίτια μας, μας φοβούνται».
Σαν υπνωτισμένη κατευθύνθηκε στην πόρτα του διαμερίσματος. Βγήκε και άρχισε να χτυπά τις πόρτες των διπλανών διαμερισμάτων. Κανείς δεν απάντησε. Στη συνέχεια τις πόρτες των άλλων ορόφων. Πάλι σιωπή. Ήταν μόνη της σε όλο το κτίριο. Μέχρι που έφτασε στο ισόγειο. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα της εξόδου. Πυκνή βροχή της έκρυβε την ορατότητα. Άνοιξε δειλά. Μια αστραπή και ένας κεραυνός την ακινητοποίησαν.  Έκανε ένα βήμα θαρραλέο και βρέθηκε κάτω από τη βροχή. Το νερό έφτανε μέχρι τη μέση της. Η πόλη είχε πλημυρίσει. Έμεινε ακίνητη, παγωμένη. Σκέφτηκε να γυρίσει σπίτι. «Ψέματα είναι όλα» μονολόγησε. Ούτε λάμψεις ούτε αποτεφρώσεις». Ορμητικά ρυάκια παρέσυραν στο διάβα τους ότι έβρισκαν. Σιγά-σιγά το λιγοστό φως της μέρας έσβηνε μέχρι που ο ουρανός σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σαν κάρβουνο κάλυψε τα πάντα. Η Μόνικα γύρισε το βλέμμα της προς την είσοδο του σπιτιού χωρίς να μπορεί να διακρίνει τίποτα. Ένιωσε βαριά λες και ήταν από σίδερο. Δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα. Σαν να την κρατούσε ένας μαγνήτης κολλημένη στη γη. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά. Το νερό είχε φτάσει πια στο λαιμό της. Ένιωθε το τέλος να πλησιάζει. Και τότε ήρθε το φως. Αυτό το φως που φώτιζε το δωμάτιό της και στάθηκε από πάνω της. Έφτιαξε ένα κύκλο γύρω της και στο κέντρο του στεκόταν ακίνητο το κεφάλι της. Γαλήνη και ηρεμία γέμισαν την ψυχή της. Το σώμα της ξαφνικά έχασε το βάρος του και αναδύθηκε από το νερό. Άρχισε να ανυψώνεται και να προχωρά όλο και πιο βαθιά στην πηγή του φωτός. Έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε σε αυτό το μαγικό ταξίδι. Μια ανάσα γνώριμη ακούστηκε και ανατρίχιασε. Αφουγκράστηκε. Ήταν η ανάσα που τη συντρόφευε κάποιες βραδιές. Κοίταξε μπροστά της και είδε τα μάτια που την είχαν επισκεφτεί σπίτι της. Αυτή τη φορά ήταν στις κόγχες ενός ήρεμου μεταλλικού προσώπου. Της χαμογέλασε.
«Καλώς ήρθες στο σκάφος μας Μόνικα» της είπε και της έδωσε το χέρι του με ρομποτική κίνηση.
Πίσω του μπορούσε να διακρίνει όλα τα ζώα της γης. Ένα περιστέρι ήρθε και έκατσε στον ώμο της.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε η Μόνικα.
«Με λένε Νώε».

2 σχόλια: