Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Cookie με ουρά, της Αντιγόνης Πόμμερ


Από τη στιγμή που μπήκαμε στην ατμόσφαιρα, ένιωθα την κάψουλα να πέφτει με μεγάλη ταχύτητα στο σημείο προσγείωσης. Δεν τα είχαμε υπολογίσει έτσι. Στον πλανήτη μας, η έλλειψη βαρύτητας έκανε τις προσγειώσεις ανάλαφρες. Έκλεισα τα μάτια μου και σκέφτηκα ότι θα γινόμουν ένα σπλατς πάνω στον φλοιό της γης. Θα με έβρισκαν οι γήινοι, αν υπήρχαν κάτοικοι σε αυτόν τον πλανήτη, σαν πατημένο έντομο και κανείς δεν θα μου έδινε σημασία. Κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι αυτό το σίχαμα πάνω στο χώμα προερχόταν από κάποιον άλλο πλανήτη. Θα θαβόταν ακόμα μια φορά μια τόσο σημαντική πληροφορία για την ύπαρξη εξωγήινων. Πήρα μια βαθιά ανάσα, χτυπώντας τα δάχτυλά μου πάνω στα ηλεκτρονικά όργανα της κάψουλας. Το στομάχι μου, είχε φτάσει στο λαιμό μου. Τόσο ταξίδι για να καταλήξω χαλκομανία. Δεν το είχα σχεδιάσει ακριβώς έτσι. Πρέπει να έκανα τον γύρο της γης τουλάχιστον 5 φορές πριν μπω στην ατμόσφαιρα. Και τώρα, που μπήκα τι κατάλαβα; Τα φωτάκια στα όργανα αναβόσβησαν δύο φορές και μία ρομποτική φωνή με προετοίμαζε για την προσγείωση.
«Κούκι, προσδεθείτε, καθίστε με την πλάτη τεντωμένη, σε πέντε λεπτά προσγειωνόμαστε».
Σημασία δεν του έδωσα. Τι να προσδεθώ; Είχε καμία σημασία, αν θα γινόμουν σπλατς μαζί με την καρέκλα μου; Η ρομποτική φωνή ακούστηκε ξανά. Η χροιά της ήταν διαφορετική. Έμοιαζε νευριασμένη.
«Θα δεθείς  ξεροκέφαλη Κούκι;» ενώ ταυτόχρονα ενεργοποιήθηκε η αυτόματη πρόσδεση. «Ελπίζω να διασκεδάσατε το ταξίδι σας στη γη και να μας προτιμήσετε στην επόμενη διαστημική σας πτήση».
«Πολύ αισιόδοξο σε βρίσκω» απάντησα στο μηχάνημα «αφού βλέπεις και άλλη πτήση, τι να πω;»
«Η αυθάδεια, Κούκι, είναι προσόν ατόμων χωρίς επίπεδο. Μέτρα μαζί μου. 10…9…8…… 1, προσγειωνόμαστε».
Ένα δυνατό σπλατς ακούστηκε και η ταχύτητα της κάψουλας μειώθηκε απότομα, συνεχίζοντας όμως την καθοδική της πορεία. Για κλάσματα δευτερολέπτου ακινητοποιήθηκε και αμέσως άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω.
«Μην ξεχάσεις, όταν επιστρέψουμε, αν επιστρέψουμε, να συγχαρώ τον κατασκευαστή αυτής της κάψουλας» απευθύνθηκα άλλη μια φορά στο μηχάνημα.
Η ανοδική πορεία δεν κράτησε πολύ. Σε λίγα λεπτά η κάψουλα παλαντζάριζε δεξιά αριστερά λες και επέπλεε πάνω σε κάποιο υγρό. Κοίταξα από το μικρό φινιστρίνι. Βρισκόμουν μέσα σε νερό. Η σχεδιασμένη προσγείωση πάνω στην ξηρά είχε αποτύχει.
«Άλλη φορά δεν σχεδιάζω ταξίδι με Google Earth» μονολόγησα. «Σκατά ακρίβεια».
Άνοιξα τη στρόφιγγα της στρογγυλής πόρτας της κάψουλας και έβγαλα δειλά το κεφάλι μου έξω. Η ρομποτική φωνή με ακολουθούσε σε κάθε μου κίνηση.
«Άζωτο 79%, Οξυγόνο 21%. Κούκι, δεν υπάρχει λόγος να φορέσεις στολή».
«Το ξέρω, αφού μπορώ και ανασαίνω, άχρηστη η πληροφορία σου» είπα μόνο και μόνο για τη σπάσω στον ξερόλα.
Ένα κύμα έσκασε πάνω στην κάψουλα και με έλουσε. Το νερό ήταν παγωμένο. Μισάνοιξα τα μάτια μου για να αντέξω το δυνατό φως του ήλιου και κοίταξα ευθεία μπροστά. Στο βάθος φαινόταν ένα κομμάτι ξηράς. Εκεί ήθελα να προσγειωθώ. Δεν έφταιγε μόνο η google earth, αλλά και η  κάψουλα που είχα αγοράσει  κωψοχρονιά στο παζάρι των μεταχειρισμένων διαστημοπλοίων.
Το νερό παρέσυρε την κάψουλα αργά και την ανεβοκατέβαζε σε κάθε κυματισμό. Ανάθεμα τις ασκήσεις προσομοίωσης που μου είχαν κάνει. Αυτό το βασανιστήριο με το νερό δεν μπορούσε κανείς να το αντέξει. Η τύχη όμως ήταν με το μέρος μου και δεν άργησε το ρεύμα του νερού να με μεταφέρει στη στεριά. Ανέπνευσα με ανακούφιση όταν η κάψουλα ακούμπησε στην αμμώδη ακτή. Με ένα σάλτο βρέθηκα στην παραλία. Δεν είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, μόλις μισή ώρα. Έπρεπε να εξερευνήσω το μέρος και να συλλέξω όσο πιο πολλά στοιχεία γινόταν. Μόλις γυρνούσα πίσω, θα με υποδέχονταν με ενθουσιασμό. Ήταν πολύ έξυπνο τελικά που πήρα μέρος σε αυτό το παιχνίδι με την παρότρυνση του ηλεκτρονικού περιοδικού Κάντο μόνος σου. Αυτή τη φορά παρότρυνε τους αναγνώστες να εξερευνήσουν το διάστημα μόνοι τους.
Περπάτησα σταθερά πάνω στη γη. Αυτό το είχα μάθει καλά. Ήταν δύσκολη άσκηση. Να μάθεις να περπατάς με βαρύτητα. Γύρω μου υπήρχαν ψηλά δέντρα και ο ήλιος έκαιγε πολύ. Προχώρησα αρκετά χωρίς να χάνω την οπτική μου επαφή με την κάψουλα. Η ρομποτική φωνή με ακολουθούσε παντού. Σε κάθε μου βήμα, σε μια προσπάθεια να με προστατέψει.
«Απομακρύνθηκες πολύ Κούκι, γύρνα πίσω, γύρνα πίσω» ξεφώνισε.
Δεν γύρισα αμέσως, μόνο και μόνο γιατί μου την έσπαγε που μου την έλεγε με αυτόν τον αγενή τρόπο.
Κάθισα στη ρίζα ενός δέντρου και ακούμπησα την πλάτη μου στον κορμό του. Χαλάρωσα.
«Είκοσι λεπτά στη διάθεσή σου ακόμα, Κούκι» ακούστηκε από την κάψουλα.
Μια ζεστή ανάσα χάιδεψε τη μούρη μου. Κάτι καυτό και υγρό άγγιξε το μάγουλό μου.
«Πέντε λεπτά στη διάθεσή σου ακόμα, Κούκι. Προετοιμάζομαι για απογείωση. Με ακούς; Κουνήσου. Φεύγουμε».
Άνοιξα τα μάτια μου αργά. Η ρομποτική φωνή ακουγόταν όλο και πιο απόμακρη. Δύο μαύρες τρύπες ήταν στην ίδια ευθεία με τα μάτια μου. Υγρές και γυαλιστερές και από μέσα τους έβγαινε ένα καυτό κύμα αέρα. Η ρομποτική φωνή έσβησε. Στην παραλία δεν υπήρχε καμία κάψουλα παρά μόνο το ιστιοπλοϊκό μας που είχε προσαράξει. Πρέπει να είχα αποκοιμηθεί ενώ τα μέλη του πληρώματος είχαν φύγει για να ζητήσουν βοήθεια και το τέρας μπροστά μου κουνούσε την ουρά του λες και γνωριζόμαστε χρόνια.
Μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από μακριά. Η χροιά της φανέρωνε αγωνία.
«Κούκιιιιιιι, που είσαι; »

1 σχόλιο: