Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Ελεύθερη πτώση, της Αντιγόνης Πόμμερ





Σφίγγω τα βλέφαρά μου. Το βλέμμα μου φυλακισμένο πίσω τους, στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν έχει νόημα να τα ανοίξω. Κανένα φως δεν πρόκειται να διώξει τους φόβους μου, μάλλον θα δημιουργήσει περισσότερους με τις τεράστιες σκιές τους. Ακούω τον ήχο των σκουριασμένων μεντεσέδων της καταπακτής που παλεύει να ανοίξει. Είναι μπροστά μου, κάτω από τα πόδια μου. Μάταια πηδάω επίμονα πάνω της για να την κρατήσω κλειστή. Ανώφελο. Παραμερίζω και αφήνω το χάος να χάσκει πιο μαύρο από αυτό των ματιών μου. Ένα παγωμένο αεράκι με τυλίγει και με τραβάει προς τα κάτω. Νιώθω την τρύπα της καταπακτής να με ρουφάει, να με καταπίνει. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Μια δίνη με τραβάει στο κέντρο της και στροβιλίζομαι λίγο πριν χαθώ στο μαύρο κενό της. Ταξιδεύω με μεγάλη ταχύτητα. Το σκοτάδι είναι πυκνό. Μπορώ να το πιάσω. Ανατριχιάζω στην υφή του. Βυθίζομαι όλο και πιο βαθιά, λες και η καταπακτή είναι απύθμενη. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Φοβάμαι. Απλώνω τα χέρια μου και βυθίζονται στο σκοτάδι που μοιάζει με μαύρος αφρός. Όλα είναι κρύα. Πέφτω στο κενό. Μια μουσική ακούγεται στα αφτιά μου. Κάτι σαν μαντολίνο, κάτι σαν βιολί. Η ταχύτητα ελαττώνεται. Κάπου στο βυθό του ερέβους, ένα αμυδρό φως έρχεται καταπάνω μου σαν πυγολαμπίδα. Πλησιάζει κοντά μου. Μόλις που προλαβαίνω να δω μια εικόνα με το φως της. Είμαι παιδί. Κοιτάζω κατάματα. Δεν ξέρω ποιον. Συνεχίζω να πέφτω. Περισσότερες πυγολαμπίδες έρχονται προς το μέρος μου ή εγώ πηγαίνω προς αυτές και μου προβάλλουν εικόνες, η κάθε μία διαφορετική. Η μία εικόνα μετά την άλλη ταξιδεύουν στον χρόνο. Μεγαλώνω. Είμαι έφηβη. Άσχημη ή όμορφη γεμάτη ανασφάλειες. Θέλω να είμαι όμορφη, αλλά αν έχω μια ευχή φοβάμαι να τη σπαταλήσω.  Απλώνω το χέρι μου στον έρωτα και χαμογελάω. Άλλη μια εικόνα σβήνει την προηγούμενη. Μαζεύω το χέρι μου με δάκρυα στα μάτια. Χωρίζω. Πονάω. Η πτώση συνεχίζεται και ξαφνικά η σκοτεινιά παίρνει χρώμα. Ένα ουράνιο τόξο με τυλίγει και σφίγγεται πάνω μου σαν φίδι. Πνίγομαι, δεν μπορώ να ανασάνω. Μαμά, που είσαι μαμά; Κράτα μου το χέρι. Φοβάμαι. Πάλι σκοτεινιάζουν τα πάντα και το ουράνιο τόξο χαλαρώνει από το κορμί μου. Βυθίζομαι με μεγάλη ταχύτητα στο άγνωστο. Τα χρώματα διαδέχονται το ένα το άλλο πότε με αργή πότε με γρήγορη κίνηση. Μπλε, σοφία, αλήθεια, αιωνιότητα. Κλείνω τα μάτια δεν θέλω να δω χρώματα. Τα ανοίγω. Πολύχρωμες πεταλούδες πετούν γύρω μου. Δημιουργία. Χαρά. Απλώνω το δάχτυλό μου. Έχω χάσει το στόχο μου. Καμία πεταλούδα δεν κάθεται επάνω. Βρέχει και βρέχομαι. Συγχωρώ αλλά δεν συγχωρούμαι. Πάλι σκοτάδι. Η μαύρη τρύπα με ρουφάει αχόρταγα. Ακούω το όνομά μου. Γέλια. Νιώθω χέρια να με αγγίζουν καθώς πέφτω. Κανένα δεν με κρατάει. Θέλω να πατήσω φρένο σε αυτή την πτώση. Δεν μπορώ. Προβολείς σημαδεύουν το κεφάλι μου. Δεν μπορώ να δω τίποτα. Μάσκες θεατρικές γελούν μαζί μου. Τα γέλια τους με συνοδεύουν στην ελεύθερη πτώση και επαναλαμβάνονται καθώς κατεβαίνω. Ένα περίεργο συναίσθημα. Μια ανέλπιστη χαρά σε αυτό το σκοτεινό τούνελ. Παιδικά γέλια και φωνές. Μια ζεστή αγκαλιά. Είμαι ευτυχισμένη. Κοιτάζω κάτω. Κάτι αχνοφαίνεται. Κάτι λαμπιρίζει. Όσο πλησιάζω γίνεται και πιο φωτεινό. Είναι νερό. Τα πόδια μου βυθίζονται και στη συνέχεια όλο μου το σώμα. Φως, γαλάζιο νερό. Κολυμπώ σαν έμβρυο σε μια άγνωστη μήτρα. Γεννιέμαι για άλλη μια φορά. Απλώνω το χέρι μου και σου χαμογελώ. Είμαι ακόμα εδώ για όσους αγαπώ.

1 σχόλιο: